Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επανειλημμένα προτρέψει τους Αμερικανούς να ψηφίσουν στις ενδιάμεσες εκλογές σαν να βρισκόταν ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο. Οι ψηφοφόροι φαίνεται πως ακολούθησαν την προτροπή του, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά δυσμενές για τον ίδιο και το κόμμα του, σύμφωνα με την ανάλυση του Associated Press.

Οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν σημαντικές ήττες τόσο σε αμφίρροπες πολιτείες όσο και σε περιοχές όπου παραδοσιακά κυριαρχούν. Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν κρίσιμες νίκες στο Οχάιο, το Νιου Χάμσαϊρ, τη Βόρεια Καρολίνα, τη Φλόριντα, ακόμη και στη βαθιά συντηρητική Νότια Καρολίνα.

Παράλληλα, στην Τζόρτζια, η Δημοκρατική Κίσα Λανς Μπότομς εξελέγη κυβερνήτης, γράφοντας ιστορία ως η πρώτη μαύρη γυναίκα που αναλαμβάνει το αξίωμα κυβερνήτη πολιτείας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αρχή του τέλους της εποχής Τραμπ;

Το εκλογικό αποτέλεσμα συνιστά, σύμφωνα με το Associated Press, μια άμεση αποδοκιμασία του Τραμπ, ο οποίος οδήγησε το κόμμα του στις κάλπες με ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας, ενώ η χώρα αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος ζωής και τις συνέπειες ενός αντιδημοφιλούς πολέμου με το Ιράν.

Η πολιτική ισχύς του Αμερικανού προέδρου φαίνεται να υποχωρεί σημαντικά, περίπου δύο χρόνια πριν από την ολοκλήρωση της τελευταίας προεδρικής θητείας του.

Τα στοιχεία της έρευνας AP Voter Poll αποτυπώνουν το μέγεθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Περίπου τρεις στους τέσσερις ψηφοφόρους δηλώνουν θυμωμένοι ή δυσαρεστημένοι με την πορεία της χώρας, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα αποδοκιμάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα.

Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι περίπου το 70% των ψηφοφόρων επιθυμεί το Κογκρέσο να ασκεί ισχυρότερο έλεγχο στην προεδρική εξουσία.

Μεταξύ όσων δήλωσαν ότι είχαν τον Τραμπ στο μυαλό τους όταν ψήφιζαν, εκείνοι που ήθελαν να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον πρόεδρο ήταν περίπου διπλάσιοι από όσους επιδίωκαν να τον στηρίξουν.

Η ακρίβεια στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας

Η οικονομία αποδεικνύεται καθοριστικός παράγοντας της εκλογικής συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με την έρευνα, περίπου έξι στους δέκα ψηφοφόρους αποδίδουν τις ασυνήθιστα υψηλές τιμές κυρίως στις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ.

Η αύξηση των τιμών της βενζίνης και η συνολική επιβάρυνση των νοικοκυριών έχουν ενισχύσει τη δυσαρέσκεια, ιδιαίτερα μεταξύ των ψηφοφόρων που αντιμετωπίζουν καθημερινά τις συνέπειες της ακρίβειας.

Περίπου τέσσερις στους δέκα θεωρούν την οικονομία το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας, ενώ σχεδόν τρεις στους δέκα αναδεικνύουν ως κορυφαίο ζήτημα την κατάσταση της δημοκρατίας.

Τα ποσοστά αυτά υπερβαίνουν εκείνα που καταγράφονται για την εγκληματικότητα, την υγειονομική περίθαλψη και τη μετανάστευση.

Επιπλέον, περίπου έξι στους δέκα Αμερικανούς θεωρούν ότι ο Τραμπ δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στα προσωπικά του συμφέροντα παρά στα συμφέροντα της χώρας.

Οι νέοι εγκαταλείπουν τους Ρεπουμπλικανούς

Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των εκλογών είναι η μεταστροφή των νεότερων ψηφοφόρων.

Το 2024, οι ψηφοφόροι κάτω των 30 ετών είχαν μοιραστεί σχεδόν ισόποσα ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και την Κάμαλα Χάρις.

Δύο χρόνια αργότερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Σύμφωνα με το AP Voter Poll, περίπου επτά στους δέκα ψηφοφόρους κάτω των 30 ετών υποστήριξαν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών στην εκλογική τους περιφέρεια για τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή μεταβολή, που δείχνει ότι η συμμαχία ψηφοφόρων η οποία είχε συμβάλει στην επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2024 εμφανίζει πλέον σοβαρές ρωγμές.

Βεβαίως, οι νέοι κάτω των 30 ετών αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% του εκλογικού σώματος, γεγονός που περιορίζει τη συνολική εκλογική βαρύτητα της μεταστροφής τους. Ωστόσο, η εξέλιξη δυσκολεύει σημαντικά τις προσπάθειες των Ρεπουμπλικανών να διατηρήσουν την εκλογική τους επιρροή.

Μεγάλη μεταστροφή και στους Ισπανόφωνους

Ανάλογη τάση καταγράφεται και στους Ισπανόφωνους ψηφοφόρους, μια πληθυσμιακή ομάδα στην οποία ο Τραμπ είχε καταφέρει να αυξήσει την επιρροή του στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Τότε, περίπου τέσσερις στους δέκα Ισπανόφωνους είχαν ψηφίσει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο.

Στις φετινές ενδιάμεσες εκλογές, όμως, μόλις το ένα τρίτο των Ισπανόφωνων ψηφοφόρων δήλωσε ότι υποστήριξε τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ περίπου έξι στους δέκα επέλεξαν τους Δημοκρατικούς.

Η μεταστροφή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την οικονομία.

Σχεδόν επτά στους δέκα Ισπανόφωνους θεωρούν ότι οι πολιτικές του Τραμπ έχουν επιδεινώσει τις οικονομικές συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η απώλεια αυτής της εκλογικής υποστήριξης ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα επιζήμια για τους Ρεπουμπλικανούς, ειδικά σε πολιτείες όπου η ψήφος των Ισπανόφωνων μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα.

Οι Δημοκρατικοί πλησιάζουν στον έλεγχο του Κογκρέσου

Η εκλογική δυναμική δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια σπάνια πολιτική ανατροπή: την ταυτόχρονη αλλαγή πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία.

Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κάτι τέτοιο έχει συμβεί μόλις τρεις φορές σε ενδιάμεσες εκλογές, το 1946, το 1994 και το 2006.

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των αναμετρήσεων ήταν η έντονη επιθυμία των ψηφοφόρων για αλλαγή και η ευρεία δυσαρέσκεια απέναντι στον εν ενεργεία πρόεδρο.

Στη Βόρεια Καρολίνα, ο πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ κέρδισε τη μάχη για τη Γερουσία, προσφέροντας στους Δημοκρατικούς μία από τις τουλάχιστον τέσσερις έδρες που χρειάζονται να αποσπάσουν από τους Ρεπουμπλικανούς.

Στην Τζόρτζια, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζον Όσοφ εξασφάλισε την επανεκλογή του, παρά το γεγονός ότι θεωρούνταν ένας από τους πλέον ευάλωτους υποψηφίους του κόμματος.

Στο Νιου Χάμσαϊρ, ο Κρις Πάπας επικράτησε επίσης σε μια από τις σημαντικότερες αναμετρήσεις για τη Γερουσία.

Ιδιαίτερα οδυνηρή για τον Τραμπ ήταν η ήττα στη Νότια Καρολίνα, όπου η Δημοκρατική Άνι Άντριους, παιδίατρος που διεκδίκησε για πρώτη φορά αιρετό αξίωμα, επικράτησε της Ντάρλιν Γκράχαμ, αδελφής του εκλιπόντος γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ και προσωπικής επιλογής του Αμερικανού προέδρου.

Η νίκη αυτή αποτελεί ιστορική ανατροπή, καθώς η Νότια Καρολίνα δεν είχε εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1998.

Οι Δημοκρατικοί διεκδικούν επίσης κρίσιμες έδρες στο Οχάιο, την Αϊόβα, το Κάνσας, το Τέξας και την Αλάσκα, ενώ οι αναλυτές και των δύο κομμάτων εκτιμούν ότι βρίσκονται σε τροχιά κατάκτησης της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Η ανακατανομή των εκλογικών περιφερειών γυρίζει μπούμερανγκ στον Τραμπ

Ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα αφορά την προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να αναδιαμορφώσουν τα όρια των εκλογικών περιφερειών προς όφελός τους.

Η πρακτική αυτή, γνωστή ως gerrymandering, αποσκοπεί στη δημιουργία εκλογικών χαρτών που ευνοούν συγκεκριμένο κόμμα.

Ωστόσο, η στρατηγική που υποστήριξε ο Τραμπ φαίνεται να έχει αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.

Στη Φλόριντα, οι Δημοκρατικοί Τζάρεντ Μόσκοβιτς, Πία Νταντίγια και Κάθι Κάστορ επικράτησαν σε περιφέρειες των οποίων τα όρια είχαν επανασχεδιαστεί την άνοιξη με στόχο να ενισχυθούν οι πιθανότητες νίκης των Ρεπουμπλικανών.

Η εξέλιξη προκαλεί ανησυχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, καθώς η ίδια στρατηγική είχε εφαρμοστεί και σε άλλες πολιτείες, ιδιαίτερα στο Τέξας.

Οι νέοι εκλογικοί χάρτες στηρίχθηκαν στην εκτίμηση ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρούσαν την αυξημένη υποστήριξη που είχαν εξασφαλίσει το 2024 από Ισπανόφωνους και άλλους μη λευκούς ψηφοφόρους.

Όμως, τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι αυτή η υποστήριξη δεν διατηρήθηκε στον αναμενόμενο βαθμό.

Το μεγάλο πρόβλημα των Δημοκρατικών παρά τις νίκες

Παρά την εκλογική τους δυναμική, οι Δημοκρατικοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ως προς την εικόνα τους στην αμερικανική κοινωνία.

Σύμφωνα με το AP Voter Poll, περίπου έξι στους δέκα ψηφοφόρους έχουν αρνητική γνώμη για το Δημοκρατικό Κόμμα, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο που καταγράφεται για τους Ρεπουμπλικανούς.

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η ενίσχυση των Δημοκρατικών δεν σημαίνει απαραίτητα και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κόμμα.

Στο εσωτερικό του, άλλωστε, συνεχίζεται η αντιπαράθεση μεταξύ της προοδευτικής πτέρυγας και των μετριοπαθών στελεχών για την πολιτική κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει.

Οι επανεκλογές του κυβερνήτη της Πενσιλβάνια Τζος Σαπίρο και του κυβερνήτη του Μέριλαντ Γουές Μουρ, οι οποίοι θεωρούνται πιθανοί διεκδικητές του προεδρικού χρίσματος το 2028, ενισχύουν τη μετριοπαθή πτέρυγα.

Την ίδια ώρα, οι προοδευτικοί στρέφουν το ενδιαφέρον τους στο Μίσιγκαν, όπου ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ διεκδικεί τη νίκη απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς.

Το βασικό συμπέρασμα των ενδιάμεσων εκλογών είναι ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στον Τραμπ μετατρέπεται σε σημαντικό εκλογικό πλεονέκτημα για τους Δημοκρατικούς. Ωστόσο, το αν το κόμμα θα μπορέσει να αξιοποιήσει αυτή τη δυναμική και να διαμορφώσει μια πειστική πολιτική πρόταση ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028 παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

Πηγή: Associated Press

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr

Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος

Source: ERT News · Συντακτική ομάδα ertnews.gr

At a glance

Topic
World
Country
🇬🇷 GR
Publisher language
EL
Added to Allnira